Τελευταία Άρθρα

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Αίσθημα της ντροπής: Γιατί νοιώθω ντροπή; Πως το ξεπερνώ;





Πόσοι άνθρωποι αισθάνονται άνετα, όταν κάποια άγνωστα βλέμματα, πέφτουν επάνω τους; Ποιες σκέψεις και τι συναισθήματα αναδύονται και πως τα διαχειρίζονται; 

Πόσες φορές δεν έχουμε πει στον εαυτό μας ή σε κάποιο κοντινό μας πρόσωπο,  «Πόσο ντράπηκα, που με κοιτούσαν όλοι», ή « Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί», κ.λ.π .

Το αίσθημα της ντροπής, χαρακτηρίζεται από την τάση που έχουμε να μείνουμε αόρατοι/ες, στις συναθροίσεις και στις επαφές μας.

Όλοι αισθανόμαστε από άβολα μέχρι και πολύ δυσάρεστα όταν πρέπει να μιλήσουμε μπροστά σε πολλούς ανθρώπους, όταν η προσοχή των άλλων εστιάζεται επάνω μας, όταν βρισκόμαστε πρόσωπο με πρόσωπο με κάποιον που δεν τον ξέρουμε, αλλά καλούμαστε για κάποιο λόγο να επικοινωνήσουμε μαζί του.
Αυτές είναι εντελώς φυσιολογικές αντιδράσεις και θα ήταν περίεργο αν δεν υπήρχαν καθόλου. Ορισμένοι/ες όμως υποφέρουν ιδιαίτερα απ’ αυτό, κάθε φορά που η προσοχή των άλλων επικεντρώνεται πάνω τους. 

Κάθε συνεύρεση με καινούργια πρόσωπα τους/τις  κάνει να θέλουν να το βάλουν στα πόδια, να χάνουν τα λόγια τους, να κοκκινίζουν. Λέμε γι’ αυτούς τους ανθρώπους ότι είναι «ντροπαλοί» ή «συνεσταλμένοι» ή ακόμη και «μαζεμένοι» .


Tι είναι όμως ακριβώς αυτή η ντροπή και από πού προέρχεται;

Χαρακτηρίζεται από την τάση να μένει κανείς αθέατος/η, να αποφεύγει να αναλάβει πρωτοβουλίες σε κάθε είδους κοινωνικές καταστάσεις και από την αδεξιότητα στη δημιουργία σχέσεων, μολονότι συχνά υπάρχει επιθυμία για επικοινωνία.

Oι πολύ ντροπαλοί άνθρωποι κυριεύονται από σκέψεις αρνητικές για τον εαυτό τους, του τύπου: «δεν έχω κανένα ενδιαφέρον για τους άλλους», «είμαι λιγότερο έξυπνος/η από τους άλλους, βαρετός/η, άσχημος/η, κ.λ.π». Έχουν επίσης συναισθήματα ανησυχίας, άγχους, φόβου, απογοήτευσης, και πολλές φορές οδηγούνται τελικά στην απόσυρση/απομόνωση.

Πολύ συχνά τα συναισθήματα αυτά σωματοποιούνται, όπως εφίδρωση, κοκκίνισμα του προσώπου, αίσθημα παράλυσης, ακόμα και με μια σχετική ακαμψία στις κινήσεις και με τις εκφράσεις του προσώπου. Από πού προέρχονται όμως όλα αυτά;

        Η ντροπή είναι κληρονομική ή επίκτητη;

H στάση των γονιών καθορίζει το κατά πόσο ένα παιδί θα ξεπεράσει την ντροπή του.


Tα μικρά παιδιά είναι πολύ συχνά ντροπαλά ή και φοβισμένα σε καταστάσεις που δεν γνωρίζουν. Για ένα παιδί προσχολικής ή ακόμα και πρώτης σχολικής ηλικίας είναι εντελώς φυσιολογικό να κρύβεται πίσω από τη μητέρα του όταν βρεθεί μπροστά σε ξένους, να μη θέλει να μιλήσει σε κάποιον που δεν ξέρει ή να ντρέπεται να ρωτήσει άγνωστα παιδιά αν μπορεί να παίξει μαζί τους.

Συνήθως αυτή η διστακτικότητα, η ντροπαλοσύνη ή και ο φόβος μειώνονται σιγά-σιγά καθώς το παιδί μεγαλώνει, αποκτά εμπειρίες και δεξιότητες και, κυρίως, καθώς κοινωνικοποιείται μέσα στην ομάδα των συνομηλίκων του, στο σχολείο, στα σπορ, στο παιχνίδι.

Φόβος και Ντροπαλοσύνη ή αδεξιότητα στην κοινωνική επαφή μπορεί να πρωτοεμφανιστούν ή να επανέλθουν και στην εφηβεία

Όταν το παιδί που γίνεται σιγά-σιγά ενήλικος επαναπροσδιορίζει την εικόνα του εαυτού του, αισθάνεται αβεβαιότητα και ανασφάλεια, επειδή βρίσκεται σ’ αυτήν τη μεταβατική φάση ανάμεσα στην ανωριμότητα και την ωριμότητα.


Πως μπορούμε να αντισταθούμε, στη ντροπή;

H στάση των γονιών και η σχέση που έχουν με το παιδί τους είναι αυτές που καθορίζουν το κατά πόσο ένα παιδί θα ξεπεράσει τους κοινωνικούς του φόβους και την ντροπαλοσύνη, είτε αυτή είναι μια φυσιολογική αντίδραση της ηλικίας του είτε ένα έμφυτο κομμάτι της ιδιοσυγκρασίας του.

Aν επιχειρήσει κανείς να «πολεμήσει» με το ζόρι, με πίεση και καταναγκασμό τα συναισθήματα ‘’ Όσοι πιστοί προσέλθετε….’’. αυτά του παιδιού, το πιθανότερο είναι ότι θα του δημιουργήσει πιο έντονα την πεποίθηση ότι, αφού αυτό αισθάνεται έτσι, είναι βλάκας  και μειονεκτεί απέναντι στους άλλους.

Aπ’ την άλλη, η υπερπροστατευτικότητα, το να αφαιρούμε δηλαδή από το παιδί την ευκαιρία να αποκτήσει εμπειρίες, να κάνει «λάθη», να λυπηθεί (να βιώσει ''πένθος''), ακόμη και να διακινδυνεύσει μερικές φορές, επειδή οι δικοί μας φόβοι είναι πολύ μεγάλοι, μπορεί να εμποδίσει το παιδί για πάντα να δείξει τις ικανότητές του, τις δυνάμεις του, την αξία του τελικά. 


Είναι απαραίτητα λοιπόν ο σεβασμός και η αποδοχή των συναισθημάτων τού παιδιού και μαζί μ’ αυτό, βέβαια, η εμπιστοσύνη προς το πρόσωπό του, τις ικανότητές του και η έμπρακτη έκφρασή της.

Όλα αυτά βοηθούν το παιδί, να αναπτύξει την αυτοαξία του (αυτοεκτίμηση), να διευρύνει την αυτογνωσία του και να μην διακατέχεται από  το αίσθημα ανεπάρκειας, που εμποδίζει έναν ντροπαλό άνθρωπο να νιώσει ικανοποιημένος/η και χαρούμενος/η.

Πως αποκτούμε θάρρος και αυτοπεποίθηση; 

Όλες οι ψυχολογικές προσεγγίσεις μας τονίζουν ότι, η ντροπαλότητα μπορεί να αποτελέσει την αρχή μιας κοινωνικής φοβίας, και γι’ αυτό είναι καλό να βρει τρόπους κανείς να την περιορίσει ή να την εξαλείψει. 

Εκτός από τη συμβουλευτική/υποστήριξη  από έναν ειδικό, μπορεί να προσπαθήσει κάποιος/α να αλλάξει σιγά-σιγά ορισμένες συμπεριφορές, όπως :


Απομονώνουμε τις αρνητικές σκέψεις, του τύπου: «Από το άγχος μου πάλι στο παρέα, θα πω καμιά βλακεία, κι όλοι θα με κοιτάνε και θα σκέφτονται τι χαζός/η που είμαι», « Πώς είναι όταν κάποιος τρίτος λέει κάτι που δεν είναι ιδιαίτερα «έξυπνο», «Tον απορρίπτουν και τον χλευάζουν  αμέσως οι άλλοι;».

Καταπολεμούμε σιγά- σιγά την τάση για «απομόνωση», δοκιμάζοντας καταστάσεις -αρχίζοντας από σχετικά εύκολες- ρωτώντας, π.χ., κάποιον άγνωστο την ώρα, μιλώντας στο μετρό  λίγο πιο δυνατά και προχωρώντας σε πιο δύσκολες «ασκήσεις», όπως η επιστροφή του φαγητού στο εστιατόριο ή άλλες συμπεριφορές που προκαλούν την προσοχή, αλλά και τη δυσαρέσκεια των άλλων,  αλλά που προβάλουν όμως την θέλησή μας.
Εξασκούμαστε στην επικοινωνία, αλλάζοντας μικρές αλλά ουσιαστικές συνήθειες: π.χ.  σκύβοντας, λίγο περισσότερο προς το μέρος κάποιου  ξένου, ενώ συνομιλούμε μαζί του, κρατώντας τις παλάμες ανοιχτές κι όχι σφιγμένες, κοιτάζοντας τον άλλον στα μάτια, μιλώντας κάπως πιο δυνατά, απ’ ότι συνηθίσαμε, κ.λ.π.

Οι αλλαγές αυτές στην συμπεριφορά μας, μπορούν να γίνουν με πολύ μικρά βήματα και με τον προσωπικό ρυθμό του καθενός, ενώ είναι σημαντικό να είναι κανείς/μια προετοιμασμένος/η για την άρνηση και την απόρριψη, κάτι που συμβαίνει συχνά και είναι πάντα μια χρήσιμη εμπειρία.


Να θυμόμαστε ότι, όλα μπορούν ν’ αλλάξουν. Αρκεί να νοιώσουμε την ανάγκη να το κάνουμε, μ’ άλλα λόγια, να επιλέξουμε την αλλαγή.

Πηγή:www. google/Αισθήματα ντροπής και ανημπόριας.