Τελευταία Άρθρα

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

Προσεγγίζοντας το πνεύμα του Ν. Καζαντζάκη…ανιχνεύοντας την ‘’Ασκητική’’ του…


Διαβάζοντας ξανά κάποια βιβλία του Ν. Καζαντζάκη, (τελευταία υπάρχει και  προσφορά κάποιας Κυριακάτικης εφημερίδας στους αναγνώστες της), στάθηκα στην ‘’Ασκητική’’, ένα βιβλίο  που  το είχα διαβάσει πάνω από τρεις φορές, στο παρελθόν  (το είχα πρωτοδιαβάσει όταν ήμουν 17 ετών).

 Σκέφτηκα να ξεχωρίσω κάποιες σκέψεις του συγγραφέα, τόσο για να τις επεξεργαστώ πιο βαθιά όσο και να τις κοινοποιήσω, μέσω αυτής της επικοινωνίας, για να καταστούν αφ΄ ενός γνωστές σε κάποιους που δεν έτυχε να τις διαβάσουν αφετέρου, σε κάποιους άλλους,(που ήδη τις έχουν μελετήσει) να σταθούν αφορμή για αναμόχλευση της σκέψης και (ίσως;) εκ νέου αυτοπροσδιορισμού τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο.

Η σχέση που αναπτύσσουμε  με τον βαθύτερο εαυτό μας είναι οι σχέσεις που αποκτούμε με τους άλλους. Είναι ακόμη η σχέση που βιώνουμε με τη ζωή. Μ’ άλλα λόγια είναι η ίδια μας η ζωή.

Κι απλά καλείται ο εαυτός μας να σχετιστεί με τη ζωή, που μέσα σ’ αυτή εμπεριέχεται κι ο θάνατος. Άρα από μια άποψη κι ο θάνατος είναι κομμάτι της ζωής μας.  Το πώς ο καθένας μας βιώνει αυτή την εμπειρία έχει να κάνει με τη στάση ζωής που έχει επιλέξει να διατηρεί.

Όλα κατά την άποψή μου (οπτική) είναι θέμα φιλοσοφίας ( προσωπικό αξιακό σύστημα)  και σύμφωνα με αυτή, πορευόμαστε, επεξεργαζόμαστε καταστάσεις και προβλήματα, ερμηνεύουμε και εκδηλώνουμε συμπεριφορές, σχετιζόμαστε και συμπορευόμαστε  με  ανθρώπους και τελικά προβάλλουμε σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής, τον πυρήνα της ψυχής μας που  δεν είναι άλλος από  τον  εαυτό μας.   

Αρκετά μακρηγόρησα, δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου και πάραυτα παραθέτω κάποια αποσπάσματα από την ‘’Ασκητική’’, όπως προανέφερα. 

................................................................................................................. 
Ο νους βολεύεται. Θέλει να γιομώσει μ’ έργα μεγάλα τη φυλακή του, το κρανίο. Να χαράξει στους τοίχους ρητά ηρωικά, να ζωγραφίσει στις αλυσίδες του φτερούγες ελευτεριάς.

Η καρδιά δε βολεύεται. Χέρια χτυπούν απόξω από τη φυλακή της, φωνές ερωτικές αφουγκράζεται στον αγέρα. κι η καρδιά, γιομάτη ελπίδα, αποκρίνεται τινάζοντας τις αλυσίδες. και σε μιαν αστραπή της φαίνεται πως έγιναν οι αλυσίδες φτερούγες.

Μα γρήγορα η καρδιά πέφτει πάλι αιματωμένη, έχασε πάλι την ελπίδα και την ξαναπιάνει ο Μέγας Φόβος.

Καλή η στιγμή, παράτα πίσω σου το νου και την καρδιά, τράβα μπροστά, κάνε το τρίτο βήμα.

Γλίτωσε από την απλοϊκή άνεση του νου που βάνει τάξη κι ελπίζει να υποτάξει τα φαινόμενα. Γλίτωσε από τον τρόμο της καρδιάς που ζητάει και ελπίζει να βρει την ουσία.

Νίκησε το στερνό, τον πιο μεγάλο πειρασμό, την ελπίδα. Τούτο είναι το τρίτο χρέος.

Πολεμούμε γιατί έτσι μας αρέσει, τραγουδούμε κι ας μην υπάρχει αυτί να μας ακούσει. Δουλεύουμε, κι ας μην υπάρχει αφέντης να μας πλερώσει το μεροκάματο μας. Δεν ξενοδουλεύουμε. εμείς είμαστε οι αφέντες. το αμπέλι τούτο της Γης είναι δικό μας, σάρκα κι αίμα μας.

Σκάβω και χαίρουμαι όλον τον κύκλο του σταφυλιού, τραγουδώ μέσα στη δίψα και στο μόχτο μου, μεθυσμένος από το μελλούμενο κρασί.

Κρατώ το γιομάτο ποτήρι και ξαναζώ το μόχτο του παππού και του προπάππου. Κι ο ιδρώτας της δουλειάς τρέχει κρουνός στο αψηλό καταμέθυστο κρανίο.

Είμαι ένα σακί γιομάτο κρέας και κόκκαλα, αίμα, ιδρώτα και δάκρυα, επιθυμίες και οράματα.


Ρέει η καρδιά μου. Δε ζητώ την αρχή και το τέλος του κόσμου. Ακολουθώ το φοβερό ρυθμό του και πάω.

Αποχαιρέτα τα πάντα κάθε στιγμή. Στύλωνε τα μάτια σου αργά, παθητικά στο καθετί και λέγε: Ποτέ πια!

Αγνάντευε γύρα σου: Όλα τούτα τα κορμιά που κοιτάς θα σαπίσουν. Σωτηρία δεν υπάρχει.

Κοίταξε: Ζούνε, δουλεύουν, αγαπούν, ελπίζουν. Κοίταξε πάλι: Τίποτα δεν υπάρχει!

Ανεβαίνουν από τα χώματα οι γενεές των ανθρώπων και ξαναπέφτουν πάλι στα χώματα.

Σωριάζεται, πληθαίνει, ανεβαίνει ως τον ουρανό η αρετή κι η προσπάθεια του ανθρώπου.

Πού πάμε; Μη ρωτάς! Ανέβαινε, κατέβαινε. Δεν υπάρχει αρχή, δεν υπάρχει τέλος. Υπάρχει η τωρινή τούτη στιγμή, γιομάτη πίκρα, γιομάτη γλύκα, και τη χαίρουμαι όλη.

Δίνουμαι σε όλα. Αγαπώ, πονώ, αγωνίζουμαι. Ο κόσμος μού φαντάζει πλατύτερος από το νου, η καρδιά μου ένα μυστήριο σκοτεινό και  παντοδύναμο.

Αν μπορείς Ψυχή ανασηκώσου απάνω από τα πολύβουα κύματα και πιάσε μ’ ένα κλωθογύρισμα του ματιού σου όλη τη θάλασσα. Κράτα καλά τα φρένα σου να μη σαλέψουν. Κι ολομεμιάς βυθίσου πάλι στο πέλαγο και ξακολούθα τον αγώνα.

Ένα καράβι είναι το σώμα μας και πλέει απάνω σε βαθιογάλαζα νερά. Ποιος είναι ο σκοπός μας; Να ναυαγήσουμε!

Γιατί ο Ατλαντικός είναι καταρράχτης, η Νέα Γη υπάρχει μονάχα στην καρδιά του ανθρώπου, και ξαφνικά, σε στρόβιλο βουβό, θα βουλιάξεις στον καταρράχτη του θανάτου και συ κι όλη η γαλέρα του κόσμου.

Χρέος σου, ήσυχα, χωρίς ελπίδα, με γενναιότητα να βάνεις πλώρα κατά την άβυσσο. Και να λες: Τίποτα δεν υπάρχει!

Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος. Κοιτάζω την ύλη και το νου σα δυο ανύπαρχτα ερωτικά φαντάσματα να κυνηγιούνται, να σμίγουν, να γεννούν και ν’ αφανίζουνται, και λέω: «Αυτό θέλω!»

Ξέρω τώρα. δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου και από την καρδιά, ανέβηκα πιο πάνω, είμαι λεύτερος. Αυτό θέλω. Δεν θέλω τίποτα άλλο. Ζητούσα ελευτερία.
 ............................................................................................................................................................

Όσοι μπόρεσαν κι έφτασαν μέχρι εδώ, εύχομαι καλούς  λογισμούς και ατένιση της ζωής, με καθαρό μάτι κι ανοιχτή καρδιά.

Να είστε όλοι σας γεροί, ωραίοι και δυνατοί.

Πηγή: Ασκητική: Ν. Καζαντζάκης
            www.google/Ασκητική.