Γράφει: Ο Γεράσιμος Σαλτός, Ψυχολόγος- ΨυχοθεραπευτήςΊσως τελικά η ζωή να μας ζητά κάτι πιο δύσκολο από το να
είμαστε απλώς καλοί άνθρωποι. Μας ζητά να μάθουμε σε ποιον αξίζει να δίνουμε.
Γιατί μπορείς να αγαπάς χωρίς να προστατεύεις τον εαυτό
σου.
Να συγχωρείς χωρίς να βάζεις όρια.
Να δίνεις δεύτερες και τρίτες ευκαιρίες, ενώ ο άλλος
τις χρησιμοποιεί απλώς για να συνεχίσει να κάνει το ίδιο.
Και κάποια στιγμή πρέπει να καταλάβεις πως το να
απομακρύνεσαι δεν σημαίνει ότι έπαψες να αγαπάς.Σημαίνει ότι άρχισες να αγαπάς και τον εαυτό
σου.
Δεν χρειάζεται να γίνεις σκληρός επειδή συνάντησες ανθρώπους
που ήταν σκληροί.
Δεν χρειάζεται να γίνεις ψεύτης επειδή κάποιος σου είπε
ψέματα. Δεν
χρειάζεται να εκδικηθείς επειδή αδικήθηκες.
Μπορείς να φύγεις ήσυχα.
Με την αλήθεια σου.
Με τις αξίες σου.
Με την αξιοπρέπειά σου.
Γιατί η πραγματική δύναμη δεν είναι να μπορείς να πληγώσεις
τον άλλον όσο σε πλήγωσε.
Είναι να μπορείς να φύγεις από εκεί που πληγώνεσαι χωρίς να
χάσεις αυτό που είσαι.
Και ίσως αυτό είναι το σημαντικότερο μάθημα:Μην αλλάξεις την καρδιά σου επειδή κάποιοι άνθρωποι δεν
ήξεραν να την εκτιμήσουν.
Άλλαξε μόνο τον τρόπο με τον οποίο τους επιτρέπεις να την αγγίζουν.
Γιατί υπάρχουν στιγμές που δεν χρειάζεται να παλέψεις.
Δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα.
Δεν χρειάζεται καν να κερδίσεις.
Χρειάζεται μόνο να καταλάβεις πως το παιχνίδι δεν είναι
τίμιο...
και να σηκωθείς ήσυχα από
το τραπέζι και να φύγεις.
Γράφει ο Γεράσιμος Χρ. Σαλτός, Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπευτής
Μεγαλώνοντας σε ένα μικρό χωριό -όταν ήμουν παιδί-
χαιρόμουν τόσο πολύ με τις γιορτές των ανθρώπων (Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά,
κ.α.), διότι άνοιγαν τα σπίτια τους οι εορτάζοντες όπου περίμεναν συγγενείς,
φίλους και συγχωριανούς τους να τους επισκεφτούν και να δεχτούν τις ευχές τους.
Εμείς τα παιδιά, πηγαίναμε παρέες παρέες σε
κάθε σπίτι που γιόρταζε και μπροστά από την πόρτα, ευχόμασταν «Χρόνια Πολλά» για τον/την
εορτάζοντα/ουσα όπου οι νοικοκυρές μας φίλευαν γλυκό, αναλόγως τι είχε
φτιάξει η καθεμία, συνήθως, κουραμπιέ, ραβανί ή κατμάρ.1
Οι
φίλοι και συγγενείς που ήταν μακριά έστελναν ευχητήριες
κάρτες, μέσω ταχυδρομείου. Σιγά-σιγά το ωραίο αυτό έθιμο άρχισε να φθίνει, οι
άνθρωποι κλείστηκαν στο καβούκι τους και στα σιωπηλά τους σπίτια, τους
εορτάζοντες τους επισκέπτονται πια πολύ στενοί συγγενείς (και αν), τα παιδιά
σταμάτησαν να κτυπούν τις πόρτες για να ευχηθούν και οι νοικοκυρές απλά
αγοράζουν λίγα γλυκά από το ζαχαροπλαστείο, μη τυχόν και κάποιος περάσει από το
σπίτι να τους ευχηθεί.
Αυτή η εξέλιξη
όμως, όπως ήταν επόμενο, δημιούργησε ένα μεγάλο συναισθηματικό κενό που έπρεπε
να καλυφθεί. Οι ευχετήριες κάρτες αντικαταστάθηκαν με τα
ηλεκτρονικά μηνύματα και οι επισκέψεις στα σπίτια των εορταζόντων
γίνονται πια από μακριά, μέσω ηλεκτρονικών μέσων. (skype, facebook,
viber, κ.α). Το συναισθηματικό κενό με κάποιο τρόπο
φαίνεται(;) να τακτοποιήθηκε. Χάθηκε όμως η μαγεία της αθωότητας των παιδιών
που ζούσαν τις γιορτές καθώς και η απλότητα, η ανοιχτοσύνη και η
αμεσότητατων μεγάλων που χαίρονταν την
ανθρώπινη επαφή.
Παραταύτα,
επειδή η ευγένεια, η δοτικότητα και η ανάγκη των ανθρώπων για
αλληλεπίδραση και αρμονική συνύπαρξη είναι στοιχεία της φύσεώς μας, με κυρίαρχο
χαρακτηριστικό την προσαρμοστικότητα, οι άνθρωποι ακόμη και μέσα απ' αυτό
το απρόσωπο περιβάλλον των ηλεκτρονικών επαφών (διαδίκτυο), δείχνουν την
Παιδεία τους, την ευαισθησία τους και την καλλιέργεια της ψυχής
τους. Επίσης δείχνουν και το πόσο είναι μεγάλη η επιθυμία
τους να διατηρήσουν την απλότητα, την καλοσύνη και την ανθρωπιά τους,
προσφέροντας την εκτίμηση και την αγάπη τους.
Αυτή η
ευγένεια, η γενναιοδωρία, η εκτίμηση και -γιατί όχι- η αγάπη, συναντάται ακόμη
και μέσα στην καθημερινή ενασχόληση και αλληλεπίδραση μεταξύ των διαδικτυακών
φίλων με την ανταλλαγή απόψεων, θέσεων, γνώσεων αλλά και εκφράσεωςσκέψεων και συναισθημάτων.
Μέσα σε
μια κοινωνία υπάρχουν όλων των κατηγοριών άνθρωποι που πρέπει κανείς να
προσέχει με ποιον συνδιαλέγεται, τις σχέσεις που δημιουργεί, κ.λ.π. Κάτι
αντίστοιχο, μπορούμε να ισχυριστούμε, ότι ισχύει και με το διαδίκτυο. Όπως στην
καθημερινότητά μας έχουμε αναπτύξει διαπροσωπικές σχέσεις με εξαιρετικούς
ανθρώπους ή συναντούμε ενδιαφέροντα άτομα έτσι και στο ηλεκτρονικό περιβάλλον
μπορεί να συμβεί το ίδιο. Εξάλλου πολλοί από τους γνωστούς και φίλους στην
πραγματική μας ζωή είναι συνδεδεμένοι μαζί μας και στη διαδικτυακή.
Όπως σε
μια επέτειο, σε μια γιορτή και γενικότερα σε ένα σπουδαίο για εμάς γεγονός,
μοιραζόμαστε τη χαρά μας με τους δικούς μας ανθρώπους και τους φίλους μας, έτσι
και σήμερα στην ηλεκτρονικήεποχή που
ζούμε, έχουμε επεκτείνει το μοίρασμα και με τους διαδικτυακούς μας φίλους.
Όσο κι αν
φαντάζει απόμακρη, τυποποιημένη και ίσως επιτηδευμένηη σύγχρονη μορφή έκφρασης και ανταλλαγής
ευχών, συγχαρητηρίων, κ.λ.πεντούτοις
καλύπτεται σε κάποιο βαθμό η ανάγκη μας γιαεπικοινωνία και αλληλεπίδραση. Σε κάποιο βαθμό όμως, όχι στον
μεγαλύτερο. Γιατί η αξία και η σημασία που έχει η εκ του σύνεγγυς επαφή και
επικοινωνία είναι μοναδική και ανεκτίμητη.
Και αυτό
φαίνεται τόσο από τη μελαγχολία και τη μοναξιά του σημερινού ανθρώπου πουαπομονωμένος στο περίκλειστο του εαυτού του,
ξεχάστηκε και αποξενώθηκε απ’ τις πραγματικές χαρές της ζωής, όσο κι απ’ την
λάμψη στα μάτια του και το σκίρτημα στην καρδιά του, όταν θυμάται τις λαμπερές
και αθώες μέρες που έζησε παιδί. Αυτές τις μέρες που δεν θα γυρίσουν ξανά αλλά
και που δεν μπαίνει στον κόπο, να προσπαθήσει να ξαναφέρει στη ζωή του την απλότητα
και την ανοιχτοσύνη, με όση ευγένεια και αθωότητατου έχει απομείνει.
Κάποτε στο
χωριό όταν ήμουν παιδί περίμενα με ανυπομονησία και χαρά τις γιορτές των
ανθρώπων. Τώρα πια οι άνθρωποι δεν γιορτάζουν, τα σπίτια δεν είναι ανοιχτά και
τα παιδιά δεν περιμένουν γιορτές.Μόνο
που σηκώνουν για λίγο το κεφάλι τους, κοιτούν τις κλειστές πόρτες των σπιτιών
και με καρδιά ανικανοποίητη, άδεια και ανυπόμονη συνεχίζουν το ηλεκτρονικό
παιχνίδι στον καινούργιο τουςυπολογιστή
ή στο πανάκριβο κινητό τους τηλέφωνο.
Άλλαξαν οι καιροί, πάνε πια οι μέρες της σχόλης, οι
μέρες της απλότητας και της αθωότητας, τις θάψαμε όπως και τόσα άλλα
αναμνηστικά των παιδικών μας χρόνων και μαζί με αυτά ξεχαστήκαμε και θάψαμε και
τις καρδιές μας.
Είθε τα φετινά Χριστούγεννα να είναι η απαρχή για μια
φωτεινή και δημιουργική ενατένιση της ζωής μας.
Είθε το Νέον Έτος να ανατείλει ελπιδοφόρο, ειρηνικό και
πιο ανθρώπινο.
Εύχομαι ολόψυχα σε όλους
τους Έλληνες και Ελληνίδες, εντός και εκτός των τειχών,
ΧΡΟΝΙΑΠΟΛΛΑ,
ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΎΓΕΝΝΑ ΚΑΙ ΕΥΤΥΧΕΣ ΤΟ 2024
1. Tο κατιμάρι ή
κατμάρ είναι ένα παραδοσιακό γλυκό
(είδος μπακλαβά) που φτιάχνεται στο Νομό Αιτωλοακαρνανίας κατά την περίοδο
των Χριστουγέννων ή κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής. Γίνεται
από ένα μείγμα κανέλας, γαρύφαλλου, καρυδιών, αμυγδάλων, σουσαμιού και ζάχαρης.
Είναι εύκολη και γρήγορη η παρασκευή του, καθώς όλα αυτά τα υλικά τυλίγονται καλά
ανακατεμένα σε παραδοσιακά πλασμένο φύλλο που πλάθεται με αλεύρι, λίγο λάδι και
νερό.
Σημείωση: Οι φωτογραφίες είναι από το χωριό μου, το Μάστρο Μεσολογγίου, στις δύο πρώτες φαίνεται ο ποταμός Αχελώος.
Γράφει ο Γεράσιμος
Σαλτός, Ψυχολόγος- Ψυχοθεραπευτής
Όταν με λόγια πρόστυχα και ποταπά1 σε διαλύσει ψυχικά κι
έρθει μετά μετανοιωμένος να σου πει: "Δεν
τα εννοούσα πραγματικά..." να ξέρεις, τα εννοούσε όλα κι αυτολεξεί.
Και
τούτο μπορεί ν’ αποδειχθεί από τη μέχρι τώρα, στο πρόσωπό σου, στάση του καθώς
κι από τις πράξεις που θ' ακολουθούν.
Το αν εσύ παρέβλεπες ό,τι σε μείωνε, είν’
ένα πρόβλημα που πρέπει να το δεις, εάν συνεχίσεις όμως να εθελοτυφλείς2 δεν
φταίει αυτός που σε κακοποιεί αλλά η αφεντιά σου που επιμένει ν' απαξιώνει
τραγικά τον εαυτό της.
…………………
1.ποταπός ,-ή ,-ό < αρχαία ελληνική ποταπός (η
σημερινή σημασία καθιερώθηκε στους μεσαιωνικούς χρόνους), ηθικά ευτελής,
τιποτένιος, μικρός, κ.α.
2. εθελοτυφλώ < εθελότυφλος: αρνούμαι να δω και να
αναγνωρίσω κάτι που είναι εμφανέστατα αρνητικό, βλαβερό, κάνω τον τυφλό και τον
κουφό σε κάτι που με προσβάλλει ή με βλάπτει, κ.α.
Γράφει ο Γεράσιμος
Σαλτός, Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπευτής
«Κοιτάζοντάς τον,
αναλογίστηκα ότι τελικά ο πατέρας μου πρέπει να μ' αγαπούσε πολύ από μικρό
παιδί, διότι μεταξύ των άλλων μου έκανε το πιο πολύτιμο δώρο που θα ήτο δυνατόν
να έχω στη ζωή μου.
Ποτέ δεν με ρώτησε εάν μπορώ, απλώς μου έλεγε: " Μάκη κάντο".
Κι εγώ, απλά το
έκανα…».
(Απόσπασμα από το υπό έκδοσιν βιβλίο «Περί
διαπαιδαγωγήσεως παίδων και ενηλίκων», εκδ. ΛΕΙΜΏΝ).